Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Αγάπη

Νικηφόρος Λύτρας Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι. Και με είδε μια αχτίδα Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι. Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης, πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη! Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος, κι ελύγισα σαν από τρυφερότη, εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος. Καρυωτάκης.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ο Ματρόζος

Ο Ματρόζος του Γεωργίου Στρατήγη (1860-1938) Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια, με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά, σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια, περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά. Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος. Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα, από τους χίλιους που έβγαλες, πατρίδα μου χρυσή, είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί. Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα, μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα. Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι, χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει, με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι, άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί. Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια, με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια. Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα, μα καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά, εκείνους που ‘χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά, και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο. “Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω”, στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό, “Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο, μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό. Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα, πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα… Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ’ τα Ψαρά κει πέρα, πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός, κι αν θυμηθεί πως τη ζωή τού έσωσα μια μέρα απ’ έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι σ’ εκείνον που ‘χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη”. Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί, ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει. Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα, πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα. “Εδώ τι θέλεις, γέροντα;” ρωτά τον καπετάνο στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός ντυμένος στα χρυσά. “Παιδί μου, είναι πάνω ο Κωνσταντής;”. “Ποιος Κωνσταντής;”. “Αυτός… ο Ψαριανός”. “Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο, να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!”. Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού : “Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα, οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!” Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου, στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή. Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη, κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι. Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια, που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά, στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια, όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά. Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι, ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι. “Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;” σε λίγο του φωνάζει, “γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…”. “Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές”, ο γέροντας στενάζει, “τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…”. Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη, τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη. “Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;”, ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό, “πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό. Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη; Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη; “Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό. Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια… Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ… Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα… Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο, που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια, σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο. Σε καμαρώνω από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος, γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου, σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη και “όρτσα! μάινα τα πανιά!” φωνάζω στα παιδιά μου. Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα, ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε, μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε. Οι ναύτες μου φωνάζανε: “Τι κάνεις καπετάνο;” Κι εγώ τους λέω: “Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…”. Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο… κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο του Τούρκου θα σε βούλιαζε – θυμάσαι; Σου φωνάζω,”Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς”, μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις άλλοι ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω, και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…”. “Ματρόζε μου!” δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει. Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια, δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι, όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

The Simultaneous Dress
























Sonia Delaunay,1925.



On her dress she wears a body.
Woman’s body is as bumpy as my skull
Glorious if you are made flesh
With Spirit
Couturiers have a foolish profession
As foolish as phrenology
My eyes are kilos weighing the sensuality of women.
All things that swell advance in depth
The stars hollow out the sky
Colours disrobe by contrast
‘On her dress she wears a body.’
Under the heather’s arm
lurk shades of lunala and pistils
When the waters swirl down the back over sea-green
shoulder blades
And the double conch of the breasts passes beneath
the bridge of the rainbow
Belly
Discs
Sun
And the perpendicular cries of colour fall on the
thighs
Sword of Saint Michael
There are hands stretching out
The drapes conceal the trick – all the eyes, all the
flourishes and all the habits of the Bal Bullier
And on the hip
The poet’s signature.

Blaise Cendars

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Άλλα λόγια ,ν'αγαπιόμαστε.



























"Διαβάζω τα ποιήματά του για αρκούδες και λύκους(παιδικές αναμνήσεις από το ορεινό του χωριό)κι αναρωτιέμαι "Μα γιατί δεν γράφει πως χώρισε την γυναίκα του και πόσο την τυραννάει για την διατροφή του παιδιού τους?
Ώς πότε αυτή η μεταμφίεση της γαιδουριάς μας πίσω από τα τραύματα της παιδικής μας ηλικίας?"

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Printemps




















Printemps


Tout est lumière, tout est joie.

L'araignée au pied diligent

Attache aux tulipes de soie

Les rondes dentelles d'argent

La frissonnante libellule

Mire les globes de ses yeux

Dans l'étang splendide où pullule

Tout un monde mystérieux.

La rose semble, rajeunie,

S'accoupler au bouton vermeil

L'oiseau chante plein d'harmonie

Dans les rameaux pleins de soleil.

Sous les bois, où tout bruit s'émousse,

Le faon craintif joue en rêvant :

Dans les verts écrins de la mousse,

Luit le scarabée, or vivant.

La lune au jour est tiède et pâle

Comme un joyeux convalescent;

Tendre, elle ouvre ses yeux d'opale

D'où la douceur du ciel descend !

Tout vit et se pose avec grâce,

Le rayon sur le seuil ouvert,

L'ombre qui fuit sur l'eau qui passe,

Le ciel bleu sur le coteau vert !

La plaine brille, heureuse et pure;

Le bois jase ; l'herbe fleurit.

- Homme ! ne crains rien ! la nature

Sait le grand secret, et sourit.

Victor Hugo

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Forget -me-not

























Henry David Thoreau wrote, "The mouse-ear forget-me-not, Myosotis laxa, has now extended its racemes (?) very much, and hangs over the edge of the brook. It is one of the most interesting minute flowers. It is the more beautiful for being small and unpretending; even flowers must be modest."

In Evangeline, Henry Wadsworth Longfellow wrote,

Silently, one by one, in the infinite meadows of Heaven,
Blossom the lovely stars, the forget-me-nots of the angels.
In his 1947 long poem "Notes Toward a Supreme Fiction," Wallace Stevens mentions the forget-me-not, using its scientific Greek-derived name:

...It observes the effortless weather turning blue
And sees the myosotis on its bush.

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ























Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
κ’ είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
- μια αγάπη πλέρια,
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.


Μαρία Πολυδούρη

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

"Φάτα Μοργάνα"

,






















Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πανί δερμάτινο, ἀλειμμένο μέ κερί,
ὀσμή ἀπό κέδρο, ἀπό λιβάνι, ἀπό βερνίκι,
ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σέ παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στόν Εὐφράτη στή Φοινίκη.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Σκουριά πυροχρωμη στίς μίνες τοῦ Σινᾶ.
Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καί τό Στρατόνι.
Τό ἐπίχρισμα. Ἡ ἅγια σκουριά πού μᾶς γεννᾶ,
Μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπό μας, καί μᾶς σκοτώνει.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.


Νίκος Καββαδίας

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

"Αγάπη"















Κωσταντίνος Μαλέας





Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
και εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πως μ'έπεισε το ξύπνημα μιάς νιότης,
πως εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ'είχε πέτρα κάνει ο πόνος .


Κώστας Καρυωτάκης
1896-1928

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

"Σμήνος οι επιθυμίες"























Σμήνος οι επιθυμίες
Οι ελπίδες οι κόρες των ματιών μας
Εστράγγισαν τη λύπη
Επέρασαν τον ήλιο
Εφύλαξαν το φως τους
Το δέντρο με τις ρίζες
Με τους καρπούς με τ'άστρα

Σμιλεύοντας τα σπλάχνα της υγείας.

Γιώργος Σαραντάρης
1908-1941

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

"Τ΄ άπειρο για να ξαναρχίσω"






Miro.







Θα ξέρεις πως δε σ'αγαπώ και πως
σ'αγαπώ αφού η ζωή μας δυό έχει τρόπους
η λέξη είναι φτερούγα της σιωπής
έχει φωτιά το'να μισό από κρύο.

Σ'αγαπώ για να σ΄αγαπήσω πάλι,
τ' άπειρο για να ξαναρχίσω
κι απ'το να σ'αγαπώ για να μην πάψω,
γι'αυτό κι εγώ δε σ΄αγαπώ ακόμα.

Σ'αγαπώ και δεν σ'αγαπώ σαν να'χα
στα χέρια τα κλειδιά της ευτυχίας
κι ένα δύστυχο αβέβαιο πεπρωμένο.

Δυό ζωές να σ'αγαπώ η αγάπη μου έχει.
Γι' αυτό όχι μόνον όταν σ'αγαπάω
μα σ'αγαπάω κι όταν δε σ'αγαπάω.

Pablo Nerouda

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

"Τ' ακρογιάλι "
















Θυμούμαι,χθές εκοίταζα τη θάλασσα να τρέχη
και τ'ακρογιάλι το ξηρό με κύματα να βρέχη.
Σήμερα όλα ήσυχα και τώρα τ'ακρογιάλι
κατάξηρο απλώνεται και διψασμένο πάλι.


Είναι η μοίρα του,ζωή μιά μέρα να του δίνη
η θάλασσα και αύριο νεκρό να το αφήνη.
Γιατί δακρύζω? Άχ σε μοιάζω, ακρογιάλι
τη μία μέρα μ'αγαπούν και με ξεχνούν την άλλη.

Νίκος Καμπάς
(1857-1932)

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

"Sonetos de amor"


























Antes de amarte,amor,nada era mio:

vacile por las calles y las cosas:

nada contaba ni tenia nombre:

el mundo era del aire que esperaba.



Yo conoci salones cenicientos,

tuneles habitados por la luna,

hangares crueles que se despedian,

preguntas que insistian en la arena.



Todo estaba vacio muerto y mudo,

caido abandonado y decaido,

todo era inalienablemente ajeno,



todo era de los otros y de nadie,

hasta quella tu belleza y tu pobreza

llenaron el otoηo de regalos


Pablo Nerouda

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

"Πρέπει να ' ναι ασυνήθιστο..."


Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο…




















Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ’ απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου…
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.

Anna Akhmatova
1889-1966

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

"Ο πιο μοναχικός ήχος της τζαζ"























Ο πιο μοναχικός ήχος της τζαζ

“Κλειδί” στην εξέλιξη της τζαζ, ladies’ man, πρωταθλητής “μεσαίων βαρών” της τρομπέτας, ζωγράφος, βιρτουόζος του παράδοξου, αγγελικός διάβολος, …just Miles!
Το σήμα κατατεθέν του άμεσα αναγνωρίσιμου στυλ του ήταν η απλότητα. Ελάχιστοι μουσικοί της τζαζ μπόρεσαν να τον μιμηθούν σε αυτό το σημείο. Ήταν ένας γνήσιος μινιμαλιστής που αποφάσισε να απελευθερώσει τους αυτοσχεδιασμούς του από τη δομή των συγχορδιών, βασίζοντάς τους στις κλίμακες. Η συγκεκριμένη καλλιτεχνική απόφαση σηματοδότησε τις απαρχές της μόνταλ τζαζ που με την σειρά της υπήρξε το τελευταίο καταφύγιο τονικότητας πριν από την «απόλυτη» ελευθερία της free.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

"Της σιγουριάς μας το όνειρο θα πρέπει να χαθεί..."

















Αργοπεθαινει…

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει. Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο ” ι ” αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια , που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα. Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του. Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή. Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

Pablo Nerouda

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

"Τα λόγια σου"

















Νίκος Λύτρας
1883-1927




Θυμάμαι τώρα....Οι θύμησες πλημμύρες που με πνίγουν,
άνεμος, σκοτεινιά.
Τα λόγια ανθούς τα μάδησες, μα τώρα αυτά μου ανοίγουν
κακές πληγές βαθιά.

Ούτε σκιά,ούτε όνειρο έτσι που να διαβαίνη
γοργά προς το χαμό.
Καπνός η αγάπη.Σύννεφο, τα λόγια σου, μου ραίνει
σταγόνες τον καημό.

Τώρα σαπίζουν μέσα μου πρώιμες οι πληγές μου.
Η θύμηση ασπασμός
προδοτικός,να μου γελούν κρυφά κάποιες στιγμές μου
ν'αυξαίνει ο απελπισμός.

Μαρία Πολυδούρη
1902-1930

"....γαλάζιο λουλούδι του ρομαντισμού..."











Νίκος Λύτρας





Από όλα τα χρώματα το μπλε είναι εκείνο που συνήθως συμβολίζει οτιδήποτε είναι πνευματικό. Συγκριτικά με το κόκκινο φαίνεται χρώμα ψυχρό ενώ χρησιμοποιείται για να υποδεικνύει άτομα σε διαλογισμό. Οι ψυχολόγοι το συνδέουν με την «…ψυχική χαλάρωση και με την συνετή, ήρεμη και ανώτερη απεικόνιση της ζωής…». Είναι το χρώμα του ουρανού και του θεού Amon της αρχαίας Αιγύπτου. Ο Heinz-Mohr το χαρακτηρίζει ως «…το πιο βαθύ και άυλο χρώμα, το μέσον προς την αλήθεια, την διαφάνεια του κενού στο αέρα…». Πιστεύεται ότι τα γαλάζια φυλαχτά εξουδετερώνουν το κακό, ενώ ο μανδύας της Παρθένου Μαρίας είναι μπλε-γαλάζιος. Στην αρχαία Ινδική μυθολογία ο Vishnu και ο Krishna είναι χρωματισμένοι με γαλάζιο, όπως είναι και τα ρούχα του Ιησού όταν απεικονίζεται ως παιδαγωγός. Στην Ευρώπη το «…γαλάζιο λουλούδι του ρομαντισμού…» υποδεικνύει την πνευματική ελευθερία και την ανεξάρτητη σκέψη, και στην αρχαία Κίνα συνδέεται με το ξύλο σαν υλικό, ενώ στην παραδοσιακή τέχνη χρωματίζει τους δαίμονες και τον θεό K’ui-hsing που αυτοκτόνησε εξαιτίας της πληγωμένης του φιλοδοξίας. Στον Ευρωπαϊκό λαϊκό συμβολισμό το μπλε είναι το χρώμα της πίστης μα και του μυστηρίου, της αυταπάτης και της ανασφάλειας. Είναι όμως ένα χρώμα που το συναντάμε σπάνια στην προϊστορία γιατί απλά ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί η πρώτη ύλη απ’ όπου παρασκευάζεται.
Τα χρώματα πάντα θα παίζουν σημαντικό ρόλο στην ζωή του ανθρώπου όπως πάντα θα ξεφυτρώνουν και νέοι συμβολισμοί που θα ανατρέπουν τους παλιούς. Ο ορισμός του χρώματος ενός αντικειμένου είναι το αποτέλεσμα της απορρόφησης κάποιων συχνοτήτων του φωτός και της αντανάκλασης κάποιων άλλων. Ίσως όμως αυτό που κάνει περισσότερη εντύπωση σε κάποιον που το πρωτοακούει, είναι ότι το χρώμα που βλέπουμε να χαρακτηρίζει ένα αντικείμενο είναι και το μόνο χρώμα που στην πραγματικότητα ΔΕΝ είναι, αφού το αντικείμενο απορροφά όλες τις συχνότητες του φωτός αλλά αντανακλά μόνο αυτήν που τελικά το χαρακτηρίζει.